μετάνοια

ἡ μετάνοια ≃ умопремена, покаяние (др.-русс. метания)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "μετάνοια" в других словарях:

  • μετάνοια — η 1) раскаяние, сожаление; изменение мнения; 2) покаяние – церковное таинство, см. εξομολόγηση ; 3) покаяние, сопровождаемое земными поклонами; 4) коленопреклонение, земной поклон; 5) название монахами своего монастыря: η μετάνοιά μου мой… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • μετανοία — μετανοίᾱ , μετάνοια change of mind fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετανοίᾳ — μετανοίᾱͅ , μετάνοια change of mind fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετάνοια — change of mind fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετάνοια — Πράξη με τη βοήθεια της οποίας αποκαθίστανται στις διάφορες θρησκείες οι σχέσεις μεταξύ θεότητας και ανθρώπου, οι οποίες διαταράχτηκαν στα πλαίσια κάποιας αμαρτίας. Τόσο στην Ορθόδοξη όσο και στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, η μ. αποτελεί ένα από τα… …   Dictionary of Greek

  • μετάνοια — η 1. αλλαγή γνώμης ή απόφασης, μετάνιωμα, μεταμέλεια: Η μετάνοιά του τους έπεισε να τον εμπιστευτούν και πάλι. 2. ψυχική συντριβή ή ντροπή για αμάρτημα που διέπραξα: Δάκρυα μετάνοιας. 3. γονυκλισία, προσκύνηση: Αμάρτησε και τώρα κάνει μετάνοιες… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μετάνοια — [мэтаниа] ουσ. θ …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • μετανοίας — μετανοίᾱς , μετάνοια change of mind fem acc pl μετανοίᾱς , μετάνοια change of mind fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετανοίαι — μετανοίᾱͅ , μετάνοια change of mind fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετανοίαν — μετανοίᾱν , μετά , ἀνά οἰάω imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) μετανοίᾱν , μετά , ἀνά οἰάω imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετανοιῶν — μετάνοια change of mind fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.